Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ














Willem Van Mieris Leiden - Aeneas carrying his father Anchises

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ο πατέρας

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ' τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του

Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ' την κληματαριά τής αυλής

Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ' ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μες απ' τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε















Ben Shahn - Father and Son

Γκαμπριέλ Αρέστι  -ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Θα υπερασπιστώ

το σπίτι του πατέρα μου

Ενάντια στους λύκους,

ενάντια στην ξηρασία,

ενάντια στην τοκογλυφία,

ενάντια στη δικαιοσύνη,

θα υπερασπιστώ

το σπίτι

του πατέρα μου.

Θα χάσω

τα ζωντανά,

τα περιβόλια,

τα πευκοδάση·

θα χάσω

τους τόκους,

τα εισοδήματα,

τα μερίσματα,

αλλά θα υπερασπιστώ το σπίτι του πατέρα μου.

Τα όπλα θα μου αφαιρέσουν,

και με γυμνά τα χέρια θα υπερασπιστώ

το σπίτι του πατέρα μου·

τα χέρια θα μου κόψουν,

και με τα μπράτσα μου θα υπερασπιστώ

το σπίτι του πατέρα μου·

χωρίς μπράτσα,

χωρίς ώμους,

χωρίς στήθος

θα με αφήσουν,

και με την ψυχή μου θα υπερασπιστώ

το σπίτι του πατέρα μου.

Θα πεθάνω,

η ψυχή μου θα χαθεί,

η φάρα μου θα χαθεί,

αλλά το σπίτι του πατέρα μου

θα μείνει

όρθιο.

















Christine MMcCoy 

Ελένη Βακαλό -  Το μάτι του πατέρα μου

O  πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.
Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του
κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του
και φώναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.
Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Έπαιζε το μάτι
στη φούχτα του πριν το φορέση και έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι.
Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.
Έρριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου
τάχα πως κρυώνω κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να
κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.
Αυτό το ποίημα δεν είναι για να το διαβάσουν
όσοι δεν μ’ αγαπούνε ακόμη
κι από κείνους που δεν θα με ξέρουν
αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
σαν και κείνους.
Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου,
υποψιαζόμουνα και όσους είχαν αληθινά μάτια






















Keenya Woods -  A Fathers Love


Γιάννης Βαρβέρης, «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς»

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. 
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
 
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
 
– Είσαι καλά; Του λέω.
- Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
 
– Άντε, στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε
πάνω στο τραπέζι.
 
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
 
– Εσύ να πιεις,απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω


Karl Wilhelm Friedrich Bauerle

Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ - Παλαιοί μόνιμοι κάτοικοι

Εδώ περιφέρονται κ' οι σκιές των προγόνων μου.
Κάποτε μάλιστα θαρρώ πως ανοίγει
του μεγάλου, ακατοίκητου παλιού μας
σπιτιού το παράθυρο ο πατέρας μου.
Πως βγάζει σιγά-σιγά το κεφάλι, βγάζει
το χέρι. Με το μεγάλο του δάχτυλο
μου δείχνει στο βάθος κάτι
σαν όνειρο, κάτι σαν ένα περι-
πλανώμενο, άπιαστο, ουράνιο τόξο.
                        Τον ρωτώ
αν αυτό που βλέπω μπορεί να είναι
η ειρήνη. Με ακούει και αθόρυβα,
χωρίς ν' απαντήσει, κλείνει σιγά-σιγά
το παράθυρο πάλι ο πατέρας.














Helene Fallstrom - Father’s love

Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ - ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ
1873 ανουαρίου 14.           
Ξύπνα, πατέρα! χαραυγ
τν οραν χρυσώνει,
κι᾿ λη ξυπν  μαύρη γ.
Ξύπνα κα σ μ τν Αγή, 
ν᾿ κούσουμε τ᾿ ηδόνι
Μ τ μητέρα μία ψυχή,σ κάθε τέτοιαν ρα
πετούσατε στν προσευχή.Τ σήμαντρό μας ντηχε. 
Γιατί κοιμ
σαι τώρα; 

Εναι τ νειρο μακρ
πο βλέπεις ατο πέρα;
Κοιμήθηκες, κι᾿ μουν μικρό,
κι᾿ ς ν τελείωση τ πικρό, 
τράνεψα, πατέρα!
Ξύπνα ν δςΧλωμήγρηά,
 δόλια μας μητέρα!
Κα τ φτωχή μας τ γιαγι
᾿Κει κάτουστ χλωρ βαϊά... 
τν θάψαμε μι ᾿μέρα!
Πές μου, πατέρα, τ χωρι
πο πν ο πεθαμένοι
᾿μπορ ν ᾿πάγω ν τ δι;
Δυ λουλουδάκια μόνοδυό, 
ν πάρω στν καϋμένη!
Μ επαν - εναι ζοφερ
 νύχτα πώχουν σκέπη -
Μ ᾿γώ τς βαλα κερ
Στ δεξι τν κρυερή. 
Τ᾿ νάφτει κα μ βλέπει·
ΘυμσαιΜ᾿ κλεψες φιλ
μι ᾿μέρα παιχνιδιάρη,
κα μ᾿ επες - φτερο πουλί,
χρειάζεσαι καιρ πολ 
ν γένης παλλικάρι. -
ρθ᾿  καιρόςΝμαι τρανό!
Διέ με, καλ πατέρα,
Σο ᾿τράνεψα· μά... ρφανό!
Στ δρόμο᾿πού συχν περν, 
μ επανε μι ᾿μέρα.
Περν τ δόλιο τ᾿ ρφανό!
Δ γνώρισε πατέρα!
Τν χασε τρι χρον!
- Μοιάζει σν ρημο πτηνό! - 
ς τ χαρ  μητέρα!
Πές μου, πατέρα, τν αγή,
᾿πού καίει τ λιβάνι
 μάνα κα μυρολογε,
 μυρωδι περν τ γ᾿
Μπορε ν σ ζεστάνη;
Τ βράδυ πώρχομαι γοργ
κι᾿ νάφτω τ κανδύλι
τ ξέρεις πο τ᾿ νάφτω ᾿γώ;
Ξύπνα, πατέρα! 
θ καγσ λυχναριο φυτήλι!
Μ ᾿φώναζες ν κοιμηθ
στ σπλαχνικ πλευρό σου.
λαμικρόν ζεσταθ. -
Κι᾿ γ πετοσα ν χωθ 
στν κόρφο τ γλυκό σου.
Τώρα, πατέρα, στν πικρ
τ γ τ χιονισμένη,
στν κρύα κλίνη τ μικρή,
σ᾿ ατ τ νύχτα τ μακρή, 
πές μου ποις σ ζεσταίνει;...
Θέλεις γ ν᾿ ποκριθ;
Κανείς, καμιν μέρα!
Μ ρθα ᾿γώ πι ν χωθ
Στν κόρφο σου ν κοιμηθ, 
νσαι ζεστός, πατέρα.


















Linda Connell Father And Son At The Beach


Μιχάλης Γκανάς, Χριστουγεννιάτικη ιστορία
(απόσπασμα)

Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
 
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

«Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και τον πατέρα...
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και τον πατέρα·
απ' τις μασχάλες πιάσ' τονε σα να 'ταν λαβωμένος.
Όπου πηγαίνεις τα παιδιά εκεί περπάτησέ τον,
 
με το βαρύ αμπέχωνο στις πλάτες του ν' αχνίζει.
Δώσ' του κι ένα καλό σκυλί και τους παλιούς του φίλους,
 
και ρίξε χιόνι ύστερα, άσπρο σαν κάθε χρόνο.
 
Να βγαίνει η μάνα να κοιτά από το παραθύρι,
 
την έγνοια της να βλέπουμε στα γαλανά της μάτια
κι όλοι να της το κρύβουμε πως είναι πεθαμένη.
 

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε κι εμάς μαζί σου,
 
με τους ανήλικους γονείς, παιδάκια των παιδιών μας.
 
Σε στρωματσάδα ρίξε μας μια νύχτα του χειμώνα,
 
πίσω απ' τα ματοτσίνορα ν' ακούμε τους μεγάλους,
 
να βήχουν, να σωπαίνουνε, να βλαστημούν το χιόνι.
 
Κι εμείς να τους λυπόμαστε που γίνανε μεγάλοι
 
και να βιαζόμαστε πολύ να μοιάσουμε σ' εκείνους,
 
να δουν πως μεγαλώσαμε να παρηγορηθούνε».
 
Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)













Father And Son by John Keaton


Alfonso Gatto - Στον Πατέρα μου
(μτφρ.: Σωτήρης Παστάκας)

Αν γύριζες απόψε κοντά μου
στον δρόμο με τους κυανούς ίσκιους
λες κι ήταν πάλι άνοιξη,
θα σου ‘λεγα πόσο μαύρος
είναι ο κόσμος και πως φωτίζεται
απ’ τα όνειρά μας και τις ελπίδες μας
για ελευθερία για μας τους φτωχούληδες
των ουρανών, θα ξανάβρισκα
το παιδικό μου κλάμα
και δυο χαμογελαστά μάτια , μαύρα 
μαύρα σαν γλαρόνια. 
Θα μου αρκούσε να ήσουν ζωντανός,
θα ‘ταν όνειρο ένας ζωντανός άντρας
με τη δική σου καρδιά. Τώρα σαν σκιά
πάνω στη γη η θύμηση της φωνής σου
που έλεγε σε μας τα παιδιά: “Πόσο όμορφη
είναι η νύχτα και που αγαπιόμαστε με τον αέρα
να τρυπώνει στον ύπνο μας'. Εσύ έβλεπες
τον κόσμο να ξεπροβάλει νύχτα με πανσέληνο
τους ανθρώπους να παν να συναντήσουν την αυγή.


 Lutz Baar -Father and Son

Στέλλα - Σοφία Ζυγούρη Για τον ΠΑΤΕΡΑ μου

ΠΑΤΕΡΑ
Πόνο τον πόνο μέτρησα μα οι αριθμοί τελειώσαν. 
Το δάκρυ κάπου στέρεψε και οι λυγμοί πνιγήκαν. 
Ρώτησα τότε την καρδιά μην έχει λησμονήσει;
Έπαψε πλέον να πονά και στη ζωή γελάει; 
Και την απάντηση σκληρή την έδωσε η σιωπή της.
Πιο δυνατή από κραυγή και πιο πικρή από δάκρυ. 
Πιο οδυνηρή από λυγμός, πιο ιερή απ’ αγάπη..!
Τίποτα πιο ιδανικό, τίποτα πιο τέλειο ήταν η λατρεία μας "θρησκεία κι Ευαγγέλιο"..
Ήσουν για με "Θεός" στη γη, μα δεν σε προσκυνούσα 
σε θαύμαζα, σε λάτρευα, με λάτρευες και ζούσα..
Ήσουν η καρδούλα μου, το γέλιο, η χαρά μου 
πώς ν' αντέξω να σ' έχω πια μόνο στα όνειρά μου; 
Μου έχεις πάρει μυαλό, καρδιά, ζωή χαρά και σκέψη 
τέτοιο πόνο Πατέρα μου άνθρωπος πώς ν' αντέξει;
ΠΑΤΕΡΑ ...
Σε αγαπούσα και σε φρόντιζα …σαν "γιό" μου 
το λατρεμένο σου παιδάκι ήμουν εγώ! 
Σε είχα "σύντροφο" Πατέρα και "Θεό" μου..
Έμπιστο φίλο και "μονάκριβο αδελφό"..!
Τα μάτια σου γαλάζιες θάλασσες
βύθιζα την ψυχή μου σε κοίταζα κι η σκέψη σου
γινόταν και δική μου! Τα μάτια αυτά να στερηθώ
ξέρεις πως δεν αντέχω.. Τ' άστρα κοιτώ στον ουρανό
το λατρεμένο βλέμμα σου νιώθω πως πάλι έχω...!
Γιορτή του Πατέρα (3η Κυριακή του Ιουνίου)
Την 3η Κυριακή του Ιουνίου, λένε
γιορτάζεται η «μέρα του Πατέρα». 
Μα πόσο λίγοι στ’ αλήθεια την γνωρίζουν
και πώς περνάει στα «ψιλά» μια τέτοια μέρα.? 
Είναι ο Πατέρας στήριγμα, θεμέλιο
δύναμη ισχυρή και προστασία. 
Πληγή αγιάτρευτη μες τη ζωή με κάθε τρόπο
είναι η δική του «φυγή» και «απουσία». 
Πάντα γιορτάζαμε Πατέρα μου αυτή τη μέρα 
έστω κι αν κάθε μέρα μαζί γιορτή μας ήταν! 
Τώρα που λείπεις, εγώ πάλι Σε γιορτάζω. 
Δάκρυα για «δώρο» δεν θέλεις να σου στείλω. 
Μα σε λατρεύω πάντοτε, ψυχή μου σου φωνάζω
και στης καρδιάς την «αγκαλιά» σφιχτά Σε κλείνω.
Δακρυσμένο Αστέρι
(Πατέρα μου λείπεις...)
Πόσο πονάει η μοναξιά… όταν δεν είσαι μόνος..
Έχεις κοντά σου, δίπλα σου, ότι αγαπάς σπουδαίο. .....
.Ότι κι εσένα πιο πολύ πονά και αγαπάει. 
Μα δεν μιλάει, αλίμονο, η μια ψυχή στην άλλη. 
Το δάκρυ της φτωχής ψυχής δεν βλέπει που κυλάει 
και το προσμένει να το δει να τρέχει απ' τα μάτια... 
Και ψάχνει λύτρωση η ψυχή
κάπου μακριά, στ' αστέρια.. 
Στα μύρια τ' ασημόφωτα, ίσως ένα ...να κλαίει…
Και μας προέκυψε... Ποίηση!
Ίσως γιατί η καθημερινότητα είναι πολύ πεζή για να κυλήσει..
Η σιωπή βαριά για τη σκέψη..
Η ψυχή προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα δικά της …αδιέξοδα. ..
Και μας προέκυψε ποίηση ..! 
Μήπως γιατί η τέχνη αντιπαλεύει χρόνο και θάνατο; 
Θέλησα να σε δροσίσω με σταγόνες από το «αθάνατο νερό» της. 
Γι’ αυτό σ’ έκρυψα σε στίχους για να σε κρατήσω αθάνατο!
Στον Λατρεμένο μου ΠΑΤΕΡΑ!!
Αγάπη μου μυριάκριβη, φτεράκι της ψυχής μου,
έφυγες τόσο απρόσμενα κλέφτη της λογικής μου..
Κλειδί του Παραδείσου και ήλιε των ματιών μου,
το «τέλος» από την νιότη μου.. κι «αρχή» των γηρατειών μου..
Τα λόγια ήσουν στα χείλη μου, ο χτύπος στην καρδιά μου,
οι σκέψεις απ' τη μέρα μου, στα όνειρα η χαρά μου..
δεν είμαι στην αγκάλη σου.. χάδια δεν σου γυρεύω..
όμως σε κάθε ανάσα μου ΠΑΤΕΡΑ ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ..!














Τα πρώτα βήματα, Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ  Ιερεύς του Σεραπίου

Τον γέροντα καλόν πατέρα μου,
τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα·
τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ
που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.
Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα
της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ
εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,
εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου
η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται
τους αποστρέφομαι.— 
Aλλά τώρα θρηνώ·
οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου
 
μ’ όλο που ήτανε —φρικτόν ειπείν—
 
στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.














Jana Goode -Father and son
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ  πατέρας μ τ φυσαρμόνικα
κούσατε μία παράδοξη παράξενη στορία
γι τν πατέρα μ τ φυσαρμόνικα.
Τελάληδες, κοντραμπασίδες κα τς μηχανς το τσεβελέκου σπαΐδες
σοι το πατρς ζηττε τ γνώσηκαμάτηδες κα διακοναρέοι,
ραοι νέοι κα το δεκάξι Φαρισαοι.
Τς Σμύρνης μ τ Γαλλικ σχολ σπουδαοι
σοι κοτε μ παλις παρέεςλοι σες πο θέλετε γνώση
το πατέρα τν στορίασοι γι πατρίδες νύχτες μιλτε τόσοι νθρποι,
γυνακες παιδι μία στορία λυρικ παλιάγι φυσαρμόνικα 
κα κάποιο πατέρα γι νύχτα κα μέρα κούσατε τν στορία στν έρα.
Στν ρχ ταν ο τρες χαλύβδινοι αἰῶνες
 στο Μπαρτζελιώτη μ καρεκλάκι ο Παρθεννες
κα μετ ρθε  θάλασσα κα μεσόγειος νησιά,
 δρόμος μ τ βρύση πέτρινη παλιάπαλισαν λα μέσα σ μι νυχτιά.
Γέρασε  λένη γι μία νυχτι κα τ 23 τανε ατ πο λς 1910, 
ποκοτιά!
Πηγάδια πόγεια ποταμοίμ το νέγρου τ μωρ στ φυλακ
ο ταμάνοι ο Κοζάκοι ο παλιοί.
Μετ δυ τροχο λέθαν σιτάρι βροχ
 μ τ σιδερολαβ το πυρπολητ Κανάρηλειπε  σιδερένια γροθιά.
Το πατέρα τ σπίτι πάνω σ καρφιάδν κλαψεδν κλαψε,
το Πόντου ρη καθς φεύγαν τ πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος γι πρώτη φορά,
δ γύρισε δν τανε πατέρας πια.














Marc Fishert - FATHER AND DAUGHTER PLAYING 

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΤΑΣΟΣ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 

IΚαθς μένω στ δωμάτιό μου,
μο ᾿ρχονται ξαφνα φαεινς δέες
Φοράω τ
 σακάκι το πατέρα
κι τσι εμαστε δύο,
κι 
ν κάποτε μ᾿ κουσαν ν γαβγίζω
ταν γι ν δώσω
ναν έρα ξοχς στ δωμάτιο
IIπ᾿ τν πατέρα μου κληρονόμησα ατ τ δυστυχισμένο χέρι κι π᾿ τ μητέρα μου να μεγάλο φτερόπ κενα πο βγαζε π᾿ τν ψυχή της κα τ κάρφωνε στ στεο καπέλο τς  εναι π τότε πο τς νύχτες  παλι ντουλάπα νοίγει μόνη της κα βγαίνει  λαιμητόμοςγ παλεύω μαζί τηςπαίρνω τν μπαλντ κα τν κάνω κομμάτιαστερα καταπίνω τς σανίδες γι ν μν τς βρον, πολλο ναυαγο σώθηκαν τσι  
IIIΤο θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου... μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;













The Love Of The Father by Ilse Kleyn 



ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ 
Στ μνήμη το πατέρα μου

ταν κοιτζω τ παιδάκια κάθε μρα
στος δρόμουςτ πρωίμ το σχολείου τν τσάντα
φτωχοντυμ
νη μι μικρολα βλέπω πάντα,μ τν παλιά της σάκκαδίπλα στν πατέρα.π’ τ χεράκι μ στοργή τηνε κρατάει 
τσο κ’ ο δυό εναι ετυχισμένοικαθς πνε…
Μ πόση θώα σοβαρότητα μιλνε!Τ κοριτσάκι λοένα τν ρωτει,
κα κενοςσοβαράτς λέειτς διηγται…
(Πόσο σοφός εν’  πατέρας! Πόσα ξέρει!
Πόσην σφάλεια νιώθει στ μεγάλο χέρι!
Τίποτε, ν τ κρατστν κόσμο δέ φοβται!..)
Ξάφνου, το λέει κενο«  Σάν θ μεγαλώσω…»
« – Ττε γ πιά νας φτωχός γερκος θμαι…
Δέ θ μπορ στ χέρια μου ν σ σηκώσω,
κα θ μο λέςκούμπα πάνω μου ν πμε…
Σν θρχωνται γι ν σ παίρνουν ξω ο ξένοι,
μόνος στ σκοτειν γωνίτσα μου θ μνω…»
« – γώ στν μαξά μου πάντα θ σ παίρνω!»
λέει, τοιμη  μικρ ν κλάψηκ’ πιμνει…
Νιώθει μι τέτοια νυπομονησίασκάει,
θέλει μεγάλη, τώρα, γρήγορα ν γίν,
ςνεναι δυνατόν τν ρα μέσως κείνη,
γι ν το δείξη πόσο θ τν γαπά!..
Κι πως θερμά τν σφίγγ τ λιγνό χεράκι
 κουρασμνος νιώθει τόση μπιστοσύνη!..
(γινε κενος τώρα τ μικρό παιδάκι,
και  προστατευτικός πατέρας εναι κείνη…)













Katie m. Berggren  - father daughter

ΛΕΟ ΜΠΟΥΣΚΑΛΙΑ Το παιδί στον πατέρα του

Όταν σου ζητώ να μ' ακούσεις
κι εσύ αρχίζεις να δίνεις συμβουλές
δεν έκανες αυτό που σου ζήτησα.
Όταν σου ζητώ να μ' ακούσεις
κι εσύ αρχίζεις να μου λες γιατί
δε νοιώθω και τόσο ωραία.
Ποδοπατείς τα αισθήματα μου.
Όταν σου ζητώ να μ' ακούσεις
και νοιώθεις υποχρεωμένος να κάνεις κάτι
για να λύσεις τα προβλήματα μου,
δεν με κατάλαβες, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.
Ίσως γι' αυτό η προσευχή
αποδίδει σε μερικούς ανθρώπους
επειδή ο Θεός είναι βουβός και δεν προσφέρει συμβουλές
και δεν προσπαθεί να τακτοποιήσει πράγματα.
Ο Θεός ακούει μόνο κι εμπιστεύεται εσένα
να τα βγάλεις πέρα με τον εαυτό σου.
Γι' αυτό, σε παρακαλώ,
πρόσεξέ με κι άκουσέ με.
Κι αν θέλεις να μιλήσεις
περίμενε μια στιγμή,
θα 'ρθει η σειρά σου.
Σου υπόσχομαι να σ' ακούσω κι εγώ προσεκτικά


Franz Kruger , Πατέρας και γιος , κόβοντας ένα δέντρο στο δάσος

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ  - ΠΑΤΕΡΕΣ

Παιδί μου, το Περιβόλι μου
που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις
να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά
και φράξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλώρη του
και πλάτυνε τη γή του.
 

Κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται
να το βεργολογήσεις.
 
Κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα
 
και όσα άρρωστα δεν είναι,
 

ρίξε αγιασμό και ξόρκισε
 
τα ξωτικά να φύγουν.
 
Και τη ζωντάνια σπείρε του
 
μ’ όσα γερά, δροσάτα.
 

Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.
 
Κι αν είναι κι έρθουν χρόνια δίσεχτα,
 
πέσουν καιροί οργισμένοι,
 
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιαγμένα,
 

κι όσα δέντρα για τίποτ’ άλλο δέ φελάν
 
παρά για μετερίζια,
 
μη φοβηθείς το χαλασμό.
 
Φωτιά! Τσεκούρι!
 

Τράβα, ξεσπέρμεψέ το,
 
χέρσωσε το περιβόλι κόφ’ το,
 
και χτίσε κάστρο απάνω του
 
και ταμπουρώσου μέσα,
 

για πόλεμο, για μάτωμα,
 
για την καινούγια γένα,
 
π’ όλο την περιμένουμε,
 
κι όλο κινάει για να ‘ρθει,
 

κι όλο συντρίμι χάνεται
 
στο γύρισμα των κύκλων.
 
Φτάνει μια Ιδέα να στο πει,
 
μια Ιδέα να στο προστάξει,
 

κορώνα Ιδέα, Ιδέα Σπαθί,
 
που θα είν’ απάνου απ’ όλα.


Paul Gavin - Fog Fishing: Father & Son

Πάνου Θανάσης - ΤΟ ΟΛΑΝΘΙΣΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ

Πήγαινε δημοτικό, όταν κάποιος συμμαθητής του τον ρώτησε τι δουλειά έκανε ο πατέρας του. Δεν ήξερε να απαντήσει και αυτός τον κορόιδεψε. 
Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα τρελάθηκε η μητέρα του και δεν του μίλαγε καθόλου. Δεν ήξερε ούτε τι δουλειά έκανε, αν ήταν όμορφος, αν τον αγαπούσε, ούτε καν αν κάπνιζε.
Αυτή η καταραμένη έλλειψη όμως δεν μείωσε ποτέ την απέραντη αγάπη του. Όταν τον αναπολούσε, ιδρωμένοι άγγελοι πύρωναν την σκέψη του καιφύτρωνε στην πλάτη του μια ολόλευκη καμπούρα. 
Ερχόταν και ο πατέρας του, ανέβαινε επάνω της και δραπετεύαν χαρούμενοι να παίξουνε στο δάσος. 
Και όταν έπεφτε το φως, ανάλαφρος ο πατέρας του, παιδί στην ηλικία του, ξεπέζευε και στη θέση της καμπούρας φύτρωνε μιας μέρας άνθηση, ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. 
Γι αυτό μέχρι τα γεράματα του, το μνήμα του πατέρα του ήταν ολάνθιστο με κατακόκκινα τριαντάφυλλα.














Hector and Astyanax, 1854. Jean-Baptiste Carpeaux. 

ΠΑΠΑΧΡΟΝΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
(Στους γιους μου)

Στην ανακομιδή των οστών μου
θα κυματίσουνε ανάκουστα
τα ονόματα σας μέσα από τις γνάθους
που θα ‘χουνε πετρώσει ανοιχτές
όπως σιγήσανε
προφέροντας τα με έκσταση
 
για ύστατη φορά

Από τις νεκρικές μου κόγχες
 
θα ανέβει ο βόγγος του βυθού
Θα πνεύσουν μελωδίες
 
από τα χείλη των οστών μου
με τη ροή της δύναμης
 
που θα κυλήσει στους αυλούς
 
Της δύναμης της θέλησης
 
να εγερθώ
 
να σας σφιχταγγαλιάσω
 
για μια στιγμή και πάλι















Barbara Rosenzweig art

ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΝΥΠΝΙΟΝ ΄88

Ηρθε ο πατέρας μου τη νύχτα
και με φώναξε
μαθαίνω πράγματα, μου λέει,
και φοβούμαι,
να πληρώνεις το νοίκι σου και τα κοινόχρηστα
και τα άλλα,
όπως συμφώνησες.

Μα πατέρα, του λέω,
εδώ δεν είναι το σπίτι μου, είναι η φυλακή,
δεν το βλέπεις;
κι αυτή δεν είναι η βρύση που στάζει,
είναι η ζωή μου 
που στραγγίζει σταγόνα - σταγόνα.. 

Το ξέρω, μου λέει, 
αλλά και συ το ήξερες και υπόγραψες
και τώρα οφείλεις να πληρώσεις, 
όπως όλοι μας.


Trudy R. Gomez: "Father's Love"

ΗΛΙΑΣ  ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ  Ιερή μνήμη

Πατέρα μου αγρότη
πώς τα ήξερες όλα.
Ν' ανασταίνεις παιδιά
 να φυτεύεις να σπέρνεις
να ποτίζεις τη γή
να μιλάς με τ' αρνια και τα δέντρα
 ν' ακούς την ανάσα του χόρτου
να γυρνάς
 φορτωμένος τα βράδια στο σπίτι
να σκορπάς τη χαρά και το γέλιο.
Δεν έγραψες στίχους εσύ.
Και ποτέ μου δε θ' άλλαζα εγώ
 με τ' αλέτρι την πέννα.
Μ' απ' τους δυό μας πατέρα
ποιητής μόνο εσύ 'σουν !















Julia Swartz. "Morning Hug"

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ   -ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Απ'  όλες τις χαρές μου η πιο βαθύτερη,
κι απ' το γλυκότερό μου ακόμα πόθο,
κάτι που μου χαρίζει τον Παράδεισο,
και κάτι που βαθιά στα σπλάχνα νιώθω,
είναι ν' ακούω το γέρο τον πατέρα μου
να λέει πως αγαπούσαν οι παλιοί,
και -τι ντροπή- πως έδωσε στη μάνα μου,
πριν παντρευτούνε ακόμα, ένα φιλί.
Κ' ενώ γελάμε  γύρω με τη μάνα μας,
που ακόμα κι ως τώρα κοκκινίζει,
στα σωθικά μου μέσα ξάφνου αισθάνομαι
κάτι που με κεντάει και φτερουγίζει,
σαν κάποιου μακρινού πουλιού κελάηδημα,
που μες στο δάσος,νύχτα, αντιλαλεί.
Μην είσαι συ, ψυχή μου, σπίθα που άναψες
από το πρώτο εκείνο τους φιλί;















Lewis A. Ramsey -father and son

ΤΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ  Πατρός του Αγίου

Στην αγκαλιά του Ήφαιστου μεγάλωσες.
 Το αμόνι και το σίδερο, οι παιδικοί σου φίλοι.
Σφυρί, καλέμι και φωτιά, τα πρώτα σου παιχνίδια.
Δούλεψε παραγιέ δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.
Στα υπόγεια φαρνατζίδικα, έδεσε το κορμί σου.
Στράντζα και κύλινδρος ρουφήξανε το εφηβικό σου αίμα.
Μουντζούρα, ιδρώτας, βάσανα, της νιότης σου η εικόνα.
 Δούλεψε βλαστάρι δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.

Στο παγωμένο μέταλλο ξέσπασε η οργή σου.
Η τέχνη των μαστόρων σου γαλήνεψε το νου σου.
Στα ροζιασμένα χέρια σου εφώλιασεν η γνώση.
Δούλεψε άνθρωπε δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.
Μπέσα, αντριλίκι και καρδιά, μοίρασες στους δικούς σου.
 Τεχνίτης, μάστορας μαζί, έγραψαν στο όνομα σου.
Της λαμαρίνας γητευτής η εικόνα στα όνειρα μας.
Δούλεψε μάστορα δούλεψε, αυτό είναι το ριζικό σου.
Μάστορα, φίλε, αδερφέ, της εργατιάς καμάρι.
 Του Προμηθέα είσαι απόγονος, της ανθρωπιάς πατέρας.
 Η γειτονιά μας κάστρο σου, το σπίτι μας απάγκιο.
Δούλεψες μάστορα δούλεψες, μας έπλασες ανθρώπους.
γιώργος θ. τζιας από τη συλλογή «…του αστεριού ο τοκετός»














Jacob Gerritsz. - portrait of a father and son 


Ο Πατέρας μου: ένα ποίημα του ποιητή Γουάντι Σααντέ από Λίβανο 

Πριν το πρόσωπό του γίνει σαν δάσος,
είχε φροντίσει για χιλιάδες δέντρα.
Φαινόνταν σαν τα μονοπάτια
που ατένιζε όταν ήταν σκαρφαλωμένος στην σκάλα του.
Έμοιαζε σαν τις πέτρες του σπιτιού του
που φάνταζαν σαν να γέρνουν.
Ήταν ήπιος και πράος, όπως το χορτάρι.
Ήταν σαν τα μεταναστευτικά γεράκια.

Δεν είπε τίποτα πριν το πρόσωπό του
γίνει σαν δάσος.
Μερικά δέντρα άσπρισαν
σαν το χιόνι που λιώνει στο βουνό.
Μερικά δέντρα ξάπλωσαν τις ρίζες τους
και θάμνοι φύτρωσαν από το χώμα του.
Γουάντι Σααντέ - Μετάφραση NOCTOC 













Giovanni Battista Moroni - father and son


ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 

1) Πατέρα μου μ' ανάθρεψες 
σαν κλήμα στην αυλή σου. 
Σήμερα στεφανώνομαι
και δώς μου την ευχή σου.
Την ευχή μου να 'χεις παιδάκι μου,
να ζήσεις να προκόψεις.
2)Αχ, σήκω πατέρα από τη Γη
και δως μου την ευχή σου.
Αχ, σήμερα στεφανώνεται 
το πρώτο το παιδί σου. 
Αχ, σήκω, πατέρα. να χαρείς,

και συ αυτήν την μέρα.

Να δεις το γιο σου σταυραητό,

τη νύφη περιστέρα.














Father and Son by Robin Weiss


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 

Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα - απόσπασμα

Στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ' αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονέ μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κ' ένα μυξάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.
Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κ' η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: «Ο γιος σου, ο Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα Δημητρός».
Νύχτα, με τ' άστρα σηκωνόταν ο πατέρας απ' το γιατάκι του. Πρωτόβαζε τη φέσα του κι απέ την τσόχινη βράκα του, τα τουζλούκια και τα ποδήματά του. (Κάλτσες δε φορούσε· έλεγε πως τον στενοχωρούσανε και τον βλάφτανε στην υγειά του). Νιβόταν με θόρυβο. Έκανε το σταυρό του μπρος στα κονίσματα. Καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το 'κανε κρασοψυχιά, έτρωγε και καμιάν ελιά, φτούσε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για το γούρι και ξεκινούσε στητός κι ανάλαφρος για τα χτήματα.
Δούλευε δεκάξη με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ' αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ' όσο φρόντιζε εμάς.
Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαΐ που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση έδερνε δυο τρεις από μας κ' έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ρουχαλίζει και να τρέμει ο τόπος.
Κουβέντα δεν τού 'παιρνες ούδε Κυριακή ούδε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του· είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια, τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας. Μόνο σαν τύχαινε να βρίσκεται στα κέφια του, Κυριακή, που καθόμαστε ολόκληρη η φαμελιά σε τραπέζι, τότες τ' άρεζε να σηκώνει εμένα που μ' έβλεπε πάντα σαν τον γραμματιζούμενο του σπιτιού, να λέω το «Πάτερ ημών». 














Veronese_Iseppo da porto 


Νίκος Καζαντζάκης, [Πρώτη μέρα στο σχολείο με τον πατέρα]

Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ έναν κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια, ένα πρωί κίνησα για το σχολείο, μισό χαρούμενος, μισό αλαφιασμένος, και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι. Η μητέρα μου είχε δώσει ένα κλωνί βασιλικό, να τον μυρίζομαι, λέει, να παίρνω κουράγιο, και μου κρέμασε το χρυσό σταυρουλάκι της βάφτισής μου στο λαιμό.
- Με την ευχή του Θεού και με την ευχή μου…μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.
Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο, μα το χέρι μου ήταν βαθιά σφηνωμένο στη χούφτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Πηγαίναμε, πηγαίναμε, περάσαμε τα στενά σοκάκια, φτάσαμε στην εκκλησιά του Αϊ- Μηνά, στρίψαμε, μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα, το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή χούφτα.
Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα, ποτέ δε θυμόμουν να μ’ είχε χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:
- Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.
Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι, κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
- Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου.
Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη χούφτα του και με παράδωσε στο δάσκαλο.
- Το κρέας δικό σου, του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου, μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
- Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη, έχω εδώ το εργαλείο σου που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
Μια μέρα που κάναμε Ιερά Ιστορία φτάσαμε στον Ησαύ που πούλησε στον Ιακώβ τα πρωτοτόκια του για ένα πιάτο φακή. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι, ρώτησα τον πατέρα μου τι θα πει πρωτοτόκια. Έβηξε, έξυσε το κεφάλι.
- Πήγαινε να φωνάξεις το θείο σου το Νικολάκη.
Είχε βγάλει το Δημοτικό ο θείος μου αυτός, ήταν ο πιο γραμματισμένος της οικογένειας, αδερφός της μητέρας μου. Κοντορεβιθούλης, φαλακρός, με μεγάλα μάτια φοβισμένα, με τεράστια χέρια, όλο τρίχες.
- Έλα εδώ, του’ πε ο πατέρας μου ως τον είδε, του λόγου σου που σπούδασες, εξήγα!
Έσκυψαν κι οι δυο τους απάνω στο  βιβλίο, έκαμαν συμβούλιο.
- Πρωτοτόκια θα πει κυνηγετική στολή, είπε ύστερα από πολλή σκέψη ο πατέρας μου.
Ο θείος κούνησε το κεφάλι:
- Θαρρώ θα πει τουφέκι, αντιμίλησε μα η φωνή του έτρεμε.
- Κυνηγετική στολή, βρουχήθηκε ο πατέρας μου.
Μάζεψε τα φρύδια του, κι ο θείος μου λούφαξε.
Την άλλη μέρα ο δάσκαλος ρωτάει:
- Τι θα πει πρωτοτόκια;
Πετάχτηκα:
- Κυνηγετική στολή!
- Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος αγράμματος σου τις είπε;
- Ο πατέρας μου!
Ο δάσκαλος ζάρωσε, τον  φοβόταν κι αυτός τον πατέρα μου. Πού να του φέρει αντίρρηση!
(απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)














Kitchen Waltz  by Robert Casilla

Δημήτρης Κάββουρας, Το συρτάρι 

Ενα συρτάρι, που ο πατέρας κρατούσε πάντα κλειδωμένο, ξεχάστηκε μια μέρα ανοιχτό. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος· κυρίως γιατί ακόμα κι ο πατέρας σπάνια άνοιγε αυτό το συρτάρι και δεν μπορούσες να μαντέψεις τι γύρευε ή τι έβαζε εκεί μέσα. Αν και δεν είχα άλλο στο νου μου από του να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, άνοιξα με φόβο ενόχου εκείνο το συρτάρι. Να λοιπόν· τίποτα, κατά την εκτίμησή μου εκείνης της στιγμής, δεν υπήρχε που άξιζε τον κόπο. Χαρτιά και μόνο χαρτιά. Τα χαρτιά, σαν αντικείμενο, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να δώσει κανείς σημασία. Σ΄ ό,τι κι αν αφορούσαν. Για μένα σημασία είχε το αντικείμενο καθ΄εαυτό. Το είδος. Ωστόσο εγώ έπραξα το καθήκον μου κι ερεύνησα το περιεχόμενο του συρταριού. Σκαλίζοντας, ξετρύπωσα ανάμεσα από τα χαρτιά μια φωτογραφία, που μου αποκάλυπτε κάτι εντελώς άγνωστο: 
ο πατέρας είχε κάποτε την ίδια ηλικία μ΄εμένα.














Katie m. Berggren 

Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα (απόσπασμα)

Αγαπημένε μου πατέρα ....... 
Έβλεπες τα πράγματα περίπου έτσι:
 Σε όλη σου την ζωή δούλεψες σκληρά, θυσιάζοντας τα πάντα για τα παιδιά σου, κυρίως δε για μένα. Συνεπώς, έκανα "τη μεγάλη ζωή", ήμουν απολύτως ελεύθερος ν' ασχολούμαι με ό,τι μου άρεσε, χωρίς ν' αντιμετωπίσω ποτέ βιοτικό πρόβλημα και γενικά δεν είχα έγνοιες. Εσύ δεν απαίτησες καμία ευγνωμοσύνη για όλα αυτά, επειδή γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει "ευγνωμοσύνη από τα παιδιά", αλλά περίμενες τουλάχιστον έναν καλό λόγο, κάποιο δείγμα συμπάθειας.
Εγώ, αντί ν' ανταποκριθώ σ' αυτή την προσμονή σου, σε απέφευγα διαρκώς, κρυβόμουν στο δωμάτιό μου μαζί με τα βιβλία μου, έκανα παρέα με φίλους ελαφρόμυαλους και καλλιεργούσα παράδοξες ιδέες.
[...]
Θα ήμουν πιο ευτυχής να σε είχα φίλο, αφεντικό, θείο, παππού, ακόμη (αν και το λέω με κάποιο δισταγμό), πεθερό μου. Αλλά σαν πατέρας ήσουν πολύ δυνατός για μένα και η δύναμή σου γινόταν εντονότερη επειδή οι αδελφοί μου πέθαναν σε μικρή ηλικία και οι αδερφές μου γεννήθηκαν πολύ αργότερα.[...] Πάντως εμείς οι δύο είμαστε τόσο διαφορετικοί και εξαιτίας αυτής της διαφοράς τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλο, ώστε εάν ήθελε κανείς να προβλέψει με ποιο τρόπο, εγώ, ένα παιδί που εξελισσόταν αργά και εσύ, ο ώριμος άντρας, θα μπορούσε να συμπεριφερόμαστε ο ένας προς τον άλλο, θα μπορούσε να συμπεράνει ότι θα με συνέθλιβες, αφανίζοντας ολοκληρωτικά την προσωπικότητά μου. Αυτό βέβαια δε συνέβη, διότι η ζωντανή πραγματικότητα είναι αδύνατον να υπολογισθεί εκ των προτέρων, έχει όμως συμβεί κάτι χειρότερο. 













Pompeo Batoni - The Return of the Prodigal Son


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ (Λουκ. ιε’ 11-32)

11 Επε δέ· νθρωπός τις εχε δύο υούς. 12 κα επεν  νεώτερος ατν τ πατρί· πάτερδός μοι τ πιβάλλον μέρος τς οσίαςκα διελεν ατος τν βίον. 13 κα μετ᾿ ο πολλς μέρας συναγαγν παντα  νεώτερος υἱὸς πεδήμησεν ες χώραν μακράνκα κε διεσκόρπισε τν οσίαν ατο ζν σώτως. 14 δαπανήσαντος δ ατο πάντα γένετο λιμς σχυρς κατ τν χώραν κείνηνκα ατς ρξατο στερεσθαι. 15 κα πορευθες κολλήθη ν τν πολιτν τς χώρας κείνηςκα πεμψεν ατν ες τος γρος ατο βόσκειν χοίρους. 16 κα πεθύμει γεμίσαι τν κοιλίαν ατο π τν κερατίων ν σθιον ο χοροικα οδες δίδου ατ. 17 ες αυτν δ λθν επε· πόσοι μίσθιοι το πατρός μου περισσεύουσιν ρτωνγ δ λιμ πόλλυμαι! 18 ναστς πορεύσομαι πρς τν πατέρα μου κα ρ ατ· πάτερμαρτον ες τν ορανν κα νώπιόν σου. 19 οκέτι εμ ξιος κληθναι υός σου· ποίησόν με ς να τν μισθίων σου. 20 κα ναστς λθε πρς τν πατέρα ατοτι δ ατο μακρν πέχοντος εδεν ατν  πατρ ατο κα σπλαγχνίσθη, κα δραμν πέπεσεν π τν τράχηλον ατο κα κατεφίλησεν ατόν. 21 επε δ ατ  υός· πάτερμαρτον ες τν ορανν κα νώπιόν σουκα οκέτι εμ ξιος κληθναι υός σου. 22 επε δ  πατρ πρς τος δούλους ατο· ξενέγκατε τν στολν τν πρώτην κα νδύσατε ατόνκα δότε δακτύλιον ες τν χερα ατο κα ποδήματα ες τος πόδας, 23 κα νέγκαντες τν μόσχον τν σιτευτν θύσατεκα φαγόντες εφρανθμεν, 24 τι οτος  υός μου νεκρς ν κα νέζησεκα πολωλς ν κα ερέθηκα ρξαντο εφραίνεσθαι. 25  ν δ  υἱὸς ατο  πρεσβύτερος ν γρ· κα ς ρχόμενος γγισε τ οκί κουσε συμφωνίας κα χορν, 26 κα προσκαλεσάμενος να τν παίδων πυνθάνετο τί εη τατα. 27  δ επεν ατ τι  δελφός σου κει κα θυσεν  πατήρ σου τν μόσχον τν σιτευτόντι γιαίνοντα ατν πέλαβεν. 28 ργίσθη δ κα οκ θελεν εσελθεν ον πατρ ατο ξελθν παρεκάλει ατόν. 29  δ ποκριθες επε τ πατρί· δο τοσατα τη δουλεύω σοι κα οδέποτε ντολήν σου παρλθονκα μο οδέποτε δωκας ριφον να μετ τν φίλων μου εφρανθ· 30 τε δ  υός σου οτος καταφαγών σου τν βίον μετ πορννλθενθυσας ατ τν μόσχον τν σιτευτόν. 31  δ επεν ατ· τέκνον, σ πάντοτε μετ᾿ μο εκα πάντα τ μ σά στιν· 32 εφρανθναι δ κα χαρναι δει, τι  δελφός σου οτος νεκρς ν κα νέζησεκα πολωλς ν κα ερέθη.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός

Στα χέρια της μητέρας μου, κοιμόταν ο πατέρας μου
Και η ζωή ξημερώνει στα παιδικά μου μάτια
Και το πρωί που έφευγε, μια ακτίνα του ήλιου ξέφευγε
Και χόρευε στο βήμα του αργά στα σκαλοπάτια

Ρεφρέν:
Στο μεσιανό του δάκτυλο μια φαγωμένη βέρα
Κι ανάμεσα στα χείλη του μια ήσυχη γραμμή
Δε μίλαγε μα δάκρυζε, στην πρώτη καλημέρα
Λογια είναι τα δάκρυα, κρυμμένα στα κορμί

Τους δρόμους που περπάταγε, ασίκικα τους πάταγε
Κι ας ήταν ο πατέρας μου σκαρί συνηθισμένο
Στους ουρανούς αρμένισε και το σακάκι ανέμισε
Καιρός πάει που έφυγε μα εγώ τον περιμένω.

ΤΡΑΓΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ 










H θυσία της Ιφιγένειας (Francis Frontabasso)

 ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Οίμοι! Τι να είπω τώρα ο ταλαίπωρος ; Πόθεν ν’αρχίσω ; Ω, εις ποία μαύρα βάραθρα έπεσα! θεός δυσμενής, αλλά πολύ σοφώτερος, όλα τα σχέδια μου κατεσύντριψε. Πόσον προτιμότερον να γεννηθή τις εκ γένους ταπεινού ! Κλαίει ελευθέρως και ανακουφίζεται τουλάχιστον εκφράζων ό,τι αισθάνεται. Αλλ' εις ημάς τους ευγενούς καταγωγής, ουδέν εκ τούτων επιτρέπεται. Επαιρόμεθα διά τον όγκον του γένους μας, ενώ ουδέν άλλο είμεθα ειμή δούλοι του άλλου. Ιδού τώρα εγώ ως βασιλεύς μεν εντρέπομαι να δακρύσω, ως πατήρ δ' εντρέπομαι να μη δακρύσω υπό την θύελλαν αυτήν των συμφορών. Τι να είπω τώρα προς την μητέρα της, πώς να την δεχθώ ; Με ποίον βλέμμα θα την ατενίσω, αυτήν, ήτις απρόσκλητος ελθούσα εδώ συνεπλήρωσε την δυστυχίαν μου; Και όμως τι το φυσικώτερον να συνοδεύση η μήτηρ την κόρην της ερχομένην εις την χαράν του γάμου της και να παραδώση φαιδρά και ευτυχής το προσφιλές της τέκνον εις εμέ τον πατέρα του, τον κακούργον πατέρα ; Και τι θα είπω προς την κόρην μου, την ταλαίπωρον παρθένον ; Παρθένον είπα ; Αλλά μόλις έλθη εδώ θα την αρπάσει εις τας αγκάλας του ως σύζυγον ο Αδης. Και αυτή, ικέτις προ εμού, θα μοι είπη:—- Πατέρα μου, θέλεις λοιπόν να με θανατώσης συ; Αυτός είναι ο γάμος, τον οποίον μοι ητοίμαζες; Ω! είθε και συ και πας φίλτατός σου τοιούτους γάμους να τελέσητε. -—Και ο Ορέστης μου παρών θα κλαίη χωρίς να εννοή, νήπιον ακόμη το πτωχόν. Ω, εις ποίαν φρικώδη συμφοράν μ’έρριψε του Πάριδος ο γάμος !













Doucet Loucien Συνάντηση Οδυσσέα - Τηλέμαχου 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ –ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ 
( Συνάντηση - Αναγνώριση )
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 

λλιώτικος μο φάνηκες,  ξένε, π τ πρτα·
λλα φορες κι  ψη σου κι ατ λλαγμένη τώρα.
νας θένα 'σαι πτος θεος πο κατοικον τ οράνια.
λέησέ μαςσο τάζουμε καλόδεχτες θυσίες,
κα δρα χρυσοδούλευτα· προσπέφτω σουλυπήσου”.
Τότες το πάντησε  τρανόςπολύπαθος Δυσσέας·
“Θες δν εμγώ· γιατ μ θεος μ παρομοιάζεις;
παρ εμγ πατέρας σουπο σ γιατν πονώντας
τόσα τραβς π κακος κα δύστροπους νθρώπους.
” Μ' ατ τ λόγια φίλησε τ γιό τουκα τ δάκρυα
το τρέξαν πτ μάγουλαπο ς τότες τ κρατοσε. .........................................................................................
Επεκα κάθισε· κι  γις στν γκαλιά του πρε
τ δοξαστ πατέρα του μ θρήνους κα μ δάκρυα.
Τότες κι ο δυ ξεβούρκωσαν, κα δυνατ στριγγλίζαν,
κι πρνια ξεφωνίζοντας πι ψ κι π σπαράχτες
γιοπες  θαλασσαϊτούςπο πραν τ μικρά τους,
κόμα πρ φτερώσουνετς ξοχς ο ργάτες·
τόσο πικρ πτ βλέφαρα τ δάκρυα τους χυνόνταν.
( Μετάφραση Δ. Μαρωνίτης) 













William Henry Margetson - Abraham and Isaac...

ΑΒΡΑΑΜ 
Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ - Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ 












Η φωτογραφία από   http://anemi.lib.uoc.gr/


















ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ 

*Ο πατέρας μου συνήθιζε να παίζει με τον αδελφό μου και μένα στον κήπο. Η μάνα μας έβγαινε έξω και φώναζε: “Θα χαλάσετε το γκαζόν!”. Κι εκείνος της απαντούσε: “Δεν μεγαλώνουμε γκαζόν, αγόρια μεγαλώνουμε!”- Harmon Killebrew

*Οι καλοί μπαμπάδες δίνουν στα παιδιά τους ρίζες και φτερά. Ρίζες για να νιώθουν πού είναι το σπίτι τους και φτερά για να πετάξουν μακριά ελεύθερα - Jonas Salk

*Δεν μπορώ να σκεφτώ καμία άλλη ανάγκη στην παιδική ηλικία, τόσο δυνατή όσο η ανάγκη της πατρικής προστασίας. Σίγκμουντ Φρόυντ  

*Ο πατέρας που δεν μαθαίνει στο γιο του τα καθήκοντά του είναι σχεδόν εξίσου ένοχος με τον γιο που τα αγνοεί. Κομφούκιος 

*Τι καλό έκανες για τον πατέρα σου, ώστε να περιμένεις τόσα απ' το γιο σου; Σααντί 

*Ενας άντρας καταλαβαίνει πότε αρχίζει να γερνάει: όταν αρχίζει και μοιάζει με τον πατέρα του. Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες




.









Deborah Βutts -  father and son



ΠΗΓΕΣ 


Αναδημοσίευση από: http://homouniversalisgr.blogspot.com.au/2014/05/blog-post_3233.html
Αναρτήθηκε από Γεωργία Κοτσόβολου την 17.05.2014
Ανακτήθηκε: 27.08.2017